ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ PLANTBASEDNTGR; 

To plantbasedntgr υπήρξε άμεση φιλοδοξία για την επιστημονικά καταρτισμένη ενημέρωση του Ελληνικού κοινού πάνω στα οφέλη της ολικής φυτοφαγίας στον ανθρώπινο οργανισμό. 

Η Μαρτιμιανάκη Νίκη, είναι πτυχιούχος Διατροφολόγος με εξειδίκευση στην Θεραπευτική Διατροφολογία και την Αθλητική Διατροφολογία, όπου από την επαγγελματική της έδρα στην Αγγλία, μέσα από αυτήν την πλατφόρμα ενημερώνει το ελληνικό κοινό για τα οφέλη της ολικής φυτοφαγίας. 

Υποστήριξε το plantbasedntgr ΕΔΩ μέσα από ενημερωτικά handouts και οδηγούς πάνω στην ολική φυτοφαγία.

©2018 by Plantbasedntgr. All rights reserved.

MEDICAL DISCLAIMER AND COPYRIGHTS DISCLAIMER

Όλες οι πληροφορίες που παρέχονται ΔΕΝ αποτελούν  ΙΑΤΡΙΚΗ και εξατομικευμένη ΣΥΜΒΟΥΛΗ. Αν αντιμετωπίζετε κάποιο θέμα υγείας ή έχετε ανησυχίες για την φυτοφαγική διατροφή, συμβουλεύεστε πάντα το γιατρό σας και έναν κατάλληλα εκπαιδευμένο αντίστοιχο επαγγελματία υγείας. Απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή του κειμένου και των πληροφοριών που υπάρχουν στο plantbasedntgr .Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η μεμονωμένη αποθήκευση  του περιεχομένου σε απλό προσωπικό υπολογιστή για αυστηρά προσωπική χρήση (ιδιωτική μελέτη ), χωρίς πρόθεση εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης και πάντα υπό την προϋπόθεση της αναγραφής της πηγής προέλευσής του. Επίσης, επιτρέπεται η αναδημοσίευση υλικού για λόγους προβολής του plantbasednt.gr με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή και το όνομα του δημιουργού.

  • Facebook - Black Circle
  • Instagram - Black Circle

ΚΕΤΟΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Η κετογενική δίαιτα είναι η τελευταία μόδα στην απώλεια βάρους και φαίνεται πως όλοι την ακολουθούν. Η κετογενική δίαιτα είναι αυτή που ξεκίνησε την υδατανθρακοφοβία. Ναι, την κατηγορώ. Όλοι δείχνουν να φοβούνται τους υδατάνθρακες, γιατί παχαίνουν. Ας δούμε περί τίνος πρόκειται, πότε ξεκίνησε και τι στοιχεία έχουμε.

Τι είναι η κετογενική δίαιτα;

Η δίαιτα αυτή χαρακτηρίζεται από ένα υψηλό ποσοστό λιπαρών, ελάχιστους υδατάνθρακες και φυσιολογικό ποσοστό πρωτεΐνης. Ενώ σε μια φυσιολογική δίαιτα οι υδατάνθρακες αποτελούν περίπου το 55% της ενεργειακής αξίας, τα λιπαρά το 30% και η πρωτεϊνη το 15%, σε μία κετογενική δίαιτα οι υδατάνθρακες φτάνουν το 8%, τα λιπαρά το 90% και η πρωτεΐνη περίπου το 7% [1]. Η κετογενική δίαιτα πρωτοχρησιμοποιήθηκε για τη μείωση των επιληπτικών κρίσεων στις αρχές του 20ου αιώνα [2]. Στην πραγματικότητα, η κετογενική δίαιτα ενεργοποιεί μια διαδικασία που μιμείται την νηστεία, αλλά η παρατεταμένη νηστεία μπορεί να οδηγήσει σε υποσιτισμό ή και θάνατο. Ο Δρ Russell Wilder το 1921 στη Mayo Clinic, ένα σημαντικό αμερικανικό πανεπιστημιακό νοσοκομείο, ήταν ο πρώτος που έκανε χρήση της κετογενικής δίαιτας ούτως ώστε να θεραπεύσει επιληπτικά παιδιά με αντίσταση στα φάρμακα. Κατέληξε σε αυτό βασιζόμενος σε ενδείξεις πως οι κετόνες που προκύπτουν μέσω μιας κατάστασης νηστείας είχαν ένα αντισπασμωδικό αποτέλεσμα.

Ενώ οι ασθενείς του ανάφεραν πως παρουσίασαν βελτίωση, υπήρξαν ανεπιθύμητα αποτελέσματα στην συνέχεια [3]. Η δίαιτα του Δρος Wilder περιελάμβανε λιπαρά οξέα μακράς αλύσου και εξαιτίας των προβλημάτων που ίσως να προέκυπταν σε άτομα που δεν τους ταίριαζε αυτή η δίαιτα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 μια κετογενική δίαιτα βασιζόμενη σε τριγλυκερίδια μεσαίας αλύσου (MCT) εφαρμόστηκε σαν μορφή θεραπείας [4]. Αυτού του είδους η δίαιτα οδηγεί σε αύξηση των κετονών στο σώμα χωρίς δραστικές διατροφικές αλλαγές. Με βάση αυτή τη μορφή κετογενικής δίαιτας, το 2003, παρουσιάστηκε μια τροποποιημένη εκδοχή της που στηρίχτηκε στην δίαιτα Atkins. Σε αυτή την εκδοχή, οι υδατάνθρακες περιορίστηκαν το πολύ στο 5% της ενέργειας, ενώ το 25% ήταν πρωτεΐνη και 70% λιπαρά [3].

Τι συμβαίνει στο σώμα σας όταν ακολουθείτε μια κετογενική δίαιτα;

Όταν ξεκινάτε την δίαιτα αυτή, η συγκέντρωση γλυκόζης στο αίμα μειώνεται και η αναλογία ινσουλίνης-γλυκαγόνης ελαττώνεται. Μια υψηλότερη συγκέντρωση γλυκαγόνης οδηγεί σε κινητοποίηση της γλυκόζης από τις πηγές της μέσα στο ήπαρ. Μετά από δύο ή τρεις ημέρες υπάρχει μια δραστική μείωση των υδατανθράκων, η γλυκογένεση καταστέλλεται και τα αποθέματα γλυκόζης αρχίζουν να είναι ανεπαρκή. Οι αποθήκες γλυκογόνου στο ήπαρ εξαντλούνται. Αυτό δυσκολεύει το κεντρικό νευρικό σύστημα (ο εγκέφαλός σας χρησιμοποιεί 120g γλυκόζης καθημερινά, που αναλογεί στο 60% της χρήσης γλυκόζης του σώματος σε κατάσταση ηρεμίας) και την φυσιολογική διαδικασία οξείδωσης λίπους μέσω της παροχής οξαλοξεϊκού οξέος στον κύκλο Krebs [1,5].

Καθώς η γλυκόζη είναι η βασική πηγή ενέργειας για τα σώματά μας, το σώμα πρέπει να βρει μια εναλλακτική πηγή ενέργειας, η οποία παρέχεται από το ακετοοξεϊκό οξύ των κετονοσωμάτων, το 3-υδροξυβουτυρικό οξύ και την ακετόνη, τα οποία παράγονται σε μεγάλες ποσότητες. Το σώμα προσαρμόζεται σε μια κατάσταση που μοιάζει με νηστεία. Τα κετονοσώματα κάνουν την εμφάνισή τους όταν περάσουμε 18-24 ώρες χωρίς τροφή. Όλοι περνάμε σε φάση κέτωσης, όταν κοιμόμαστε και απέχουμε από τροφή για 18 ώρες. Αυτό ονομάζεται κετογένεση και συμβαίνει στην μιτοχονδριακή μήτρα των ηπατικών κυττάρων. Τις πρώτες ημέρες νηστείας σε μια κετονική δίαιτα, η κύρια πηγή γλυκόζης είναι μέσω νεογλυκογενέσεως από αμινοξέα. Κατά τη διάρκεια της νηστείας, οι μύες διασπούν τις πρωτεΐνες τους για να απελευθερώσουν αμινοξέα στην κυκλοφορία του αίματος, τα περισσότερα εκ των οποίων μπορούν να μετατραπούν σε γλυκόζη. Αυτό μπορεί να χρειαστεί έως και 4 ημέρες για να γίνει. Τις ημέρες που ακολουθούν (όπως συμβαίνει και σε κατάσταση νηστείας όπου δεν παρέχεται καθόλου τροφή), τα λιπώδη κύτταρα αρχίζουν να απελευθερώνουν γλυκερόλη σαν πηγή γλυκόζης, καθώς η χρήση των αμινοξέων ως πηγή ενέργειας ελαττώνεται. Τα λιπαρά οξέα και το ήπαρ ξεκινούν να τα μετατρέπουν αυτά σε κετονοσώματα. Ο εγκέφαλος, οι σκελετικοί και σπλαχνικοί μύες τα χρησιμοποιούν ως πηγή ενέργειας. Ωστόσο, ο εγκέφαλος δεν μπορεί να λειτουργήσει με κετονοσώματα, όπως είπα χρειάζεται τουλάχιστον 30g γλυκόζης την ημέρα. Αυτή η γλυκόζη εφόσον δεν θα παρέχεται από την δίαιτα θα προέρχεται από τη διάσπαση των πρωτεϊνών και την γλυκερόλη. Μετά από πολύ καιρό, οι ανάγκες του σώματος και του εγκεφάλου θα προσαρμοστούν στην κέτωση. Γι’ αυτό οι πρόγονοί μας κατόρθωναν να επιβιώνουν από προσωρινές τροφικές ελλείψεις. Όταν η τροφή δεν ήταν διαθέσιμη ή ήταν χαμηλή σε ενέργεια τα σώματά τους κατάφερναν να διασπάσουν αποθέματα λίπους ώστε να έχουν ενέργεια για μερικές ημέρες. Στην πραγματικότητα, οι πρόγονοί μας δεν βρίσκονταν σε κατάσταση κέτωσης (υψηλά λιπαρά, χαμηλοί υδατάνθρακες), αλλά σε κατάσταση νηστείας και η παρατεταμένη νηστεία μπορεί να οδηγήσει σε υποσιτισμό και τελικά στον θάνατο.

Ποια είναι τα αρνητικά αποτελέσματα μιας κετογενικής δίαιτας;

ΔΕΝ υπάρχουν στοιχεία για ανθρώπινους πληθυσμούς που έζησαν σε μόνιμη κατάσταση κέτωσης. Θα μπορούσαν ίσως να επισημανθούν οι Ινουίτ, αλλά σε εκείνους υπήρχε μια επιβλαβής γονιδιακή μετάλλαξη του γονιδίου CPT1A η οποία επέτρεψε την προσαρμογή σε μία διατροφή με υψηλά επίπεδα λιπαρών και χαμηλά επίπεδα υδατανθράκων [9]. Οι συνηθέστερες και σχετικά μικρές βραχυπρόθεσμες παρενέργειες μιας μακροχρόνιας κετογενικής δίαιτας, η οποία συνδέεται με μεγάλες ποσότητες πολύ λιπαρών τροφών (τυρί, αυγά, βούτυρο, έλαια, κρέας) μπορεί να οδηγήσουν σε ναυτία, εμετό, δυσκοιλιότητα, ζαλάδα, αϋπνία, δυσανεξία στην άσκηση και μειωμένη όρεξη. Αυτά μπορούν να διορθωθούν σε λίγες ημέρες έως μερικές εβδομάδες. Επιπλέον, ίσως προκύψουν αφυδάτωση, ηπατίτιδα, παγκρεατίτιδα, υπογλυκαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπερχοληστερολαιμία, υπομαγνησιαιμία και υπονατριαιμία. Παρενέργειες μετά από μακροχρόνια κετογενική δίαιτα μπορεί να σχετίζονται με οστική πυκνότητα, νεφρολιθίαση, καρδιομυοπάθεια, ελλείψεις βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων, νευροπάθεια του οπτικού νεύρου, δυσκοιλιότητα και αθηροσκλήρωση [10]. Ξεκάθαρα, μια δίαιτα υψηλή σε λιπαρά και χαμηλή σε υδατάνθρακες, δεν είναι φυσική για τον άνθρωπο. 

Κετογενικές δίαιτες για αθλητές;

Στοιχεία έχουν δείξει πως οι δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά και χαμηλής σε υδατάνθρακες δεν είναι οι βέλτιστες για τα αθλήματα αντοχής και για αθλήματα υψηλών ταχυτήτων [8]. Αυτή η έρευνα έδειξε πως όταν ακολουθείται διατροφή με χαμηλούς υδατάνθρακες, υψηλά λιπαρά και άσκηση σε υπομέγιστο επίπεδο, η κετογενική δίαιτα φαίνεται να αυξάνει τους καρδιακούς παλμούς και τα επίπεδα αδρεναλίνης στους συμμετέχοντες. Εάν το σκεφτεί κανείς, μια κετογενική δίαιτα μειώνει την ικανότητα χρήσης των υδατανθράκων, οι οποίοι είναι η κύρια πηγή ενέργειας για τους σκελετικούς μύες κατά τη διάρκεια της άσκησης. Σύμφωνα με τον Pickers και άλλους (2017) δεν υπήρξαν δεδομένα μέχρι το 2017 τα οποία θα υποδείκνυαν πως μια κετογενική δίαιτα είναι ευεργετική για τους αθλητές.

Μπορεί μια κετογενική δίαιτα να οδηγήσει σε απώλεια βάρους;

Οι οπαδοί της κετογενικής δίαιτας έκαναν την φοβία των υδατανθράκων πραγματικότητα. Σύμφωνα με αυτούς, οι υδατάνθρακες σε παχαίνουν. Γιατί; Βασίζουν τα λεγόμενά τους στην υπόθεση για την σχέση υδατάνθρακα-ινσουλίνης, εννοώντας πως όταν τρως υδατάνθρακες εκκρίνεται ινσουλίνη, κάτι που οδηγεί σε συσσώρευση λίπους στον λιπώδη ιστό και σε καταστολή της κατανάλωσης ενέργειας, επομένως και σε μείωση του μεταβολικού ρυθμού. Εάν αποφύγεις τους υδατάνθρακες και τους αντικαταστήσεις με λιπαρά, αυτό θα ρίξει τα επίπεδα ινσουλίνης, θα αυξήσει την κατανάλωση ενέργειας και τον μεταβολικό ρυθμό, θα αυξήσει την απελευθέρωση λίπους από τον λιπώδη ιστό, θα αυξήσει την οξείδωση του λίπους ως καύσιμο και αυτά θα έχουν σαν αποτέλεσμα την αυξημένη απώλεια λίπους από το σώμα [11]. Άρα, μπορεί να μας βοηθήσει να χάσουμε βάρος; Ναι, μπορεί, εάν υποστηρίζει έναν συγκεκριμένο περιορισμό ενεργειακής αξίας των διατροφικών μερίδων. Η απώλεια βάρους επέρχεται από τον περιορισμό ενέργειας όταν ακολουθείται σαν μια δίαιτα απώλειας βάρους, άρα μιλάμε για περιορισμό θερμίδων. Ωστόσο, στην κετογενική δίαιτα όπου οι θερμίδες δεν υπολογίζονται, παραμένει ανεξήγητο το τι μεσολαβεί σε αυτή τη διαδικασία. Λέγεται πως οι ανορεκτικές παρενέργειες μιας κετογενικής δίαιτας ίσως προκύψουν από μία αυξημένη συγκέντρωση λιπαρών οξέων μακράς αλύσου, η οποία περιορίζει την έκφραση του νευροπεπτιδίου Υ (ΝΡΥ) στον υποθάλαμο, ενώ το ΝΡΥ είναι ένας διεγερτικός παράγοντας. Η κέτωση φαίνεται να οδηγεί σε μεταγευματική έκκριση χολοκυστοκινίνης-παγκρεοζυμίνης, μίας ορμόνης που είναι υπεύθυνη για την κινητική λειτουργία του γαστρικού συστήματος (αναστέλλει την κινητική λειτουργία του στομάχου) και μειορρυθμίζει τις ποσότητες τροφής που καταναλώνονται, τα μεγέθη μερίδων τροφής και τους χρόνους διάρκειας των γευμάτων [6]. Μία έρευνα που αφορούσε κετογενική δίαιτα οκτώ εβδομάδων, χαμηλής ενέργειας, πάνω σε αντίληψη πείνας και ορμόνες όρεξης σε παχύσαρκους άνδρες και γυναίκες, έδειξε πως η όρεξη αυξήθηκε τις πρώτες τρεις εβδομάδες της δίαιτας, στην συνέχεια κόπηκε για τις υπόλοιπες πέντε. Ωστόσο, η όρεξή τους επανήλθε ακόμη μεγαλύτερη μετά το τέλος της έρευνας. Η γκρελίνη, η ορμόνη της όρεξης ήταν ιδιαιτέρως πιο αυξημένη από την αρχή της δίαιτας [16]. Αυτό φαίνεται να εξηγεί γιατί με κάποιον τρόπο το βάρος επιστρέφει διπλάσιο μετά την ολοκλήρωση μιας κετογενικής δίαιτας. Επίσης, ο εγκέφαλος, φαίνεται πως αρχίζει να ζητά την αρχική πηγή ενέργειάς του η οποία είναι η γλυκόζη (υδατάνθρακες).     

Έχουμε καθόλου έρευνες σχετικά με τις κετογενικές δίαιτες και την απώλεια βάρους;

Ναι, έχουμε. Μια συστηματική αξιολόγηση του 2013, 13 τυχαίων και ελεγχόμενων δοκιμών κετογενικής και χαμηλών λιπαρών δίαιτας, έδειξαν πως τα άτομα που ακολούθησαν μια κετογενική δίαιτα έχασαν 0,9kg περισσότερα από εκείνους που ακολούθησαν τη δίαιτα χαμηλών λιπαρών σε ένα χρονικό διάστημα 12-24 μηνών. Ωστόσο, το ποσοστό συμμετεχόντων που εγκατέλειψαν ήταν 13-84% σε όλο το εύρος των ερευνών που αξιολογήθηκαν [12].

Μια συστηματική αξιολόγηση του 2016 που αφορούσε 11 τυχαίες, ελεγχόμενες δοκιμές, έδειξε πως σε διάστημα 6-24 εβδομάδων η κετογενική ομάδα έχασε 2,2kg περισσότερα από την ομάδα των χαμηλών λιπαρών. Αν και τα αποτελέσματα εν μέσω δοκιμών ήταν αντιφατικά, οι πιο ποιοτικές έρευνες που συμπεριλήφθηκαν δεν έδειξαν καμία διαφορά [13].

Άλλες έρευνες που έχουν ολοκληρωθεί επικεντρώθηκαν σε δίαιτες με χαμηλά επίπεδα υδατανθράκων, οι οποίες δεν ήταν απαραίτητα κετογενικές. Όμως, καμία συστηματική αξιολόγηση τυχαίων, ελεγχόμενων δοκιμών δεν εξέτασε την θνησιμότητα, τις καρδιαγγειακές παθήσεις και άλλες ανεπιθύμητες παρενέργειες (δυσκοιλιότητα, κακοσμία στόματος, μυϊκές κράμπες, πονοκεφάλους, διάρροια και αδυναμία) όσον αφορά την κετογενική δίαιτα. Σύμφωνα με μία πρόσφατη μετα-ανάλυση, οι δίαιτες με χαμηλά ποσοστά υδατανθράκων σχετίζονται με αυξημένη θνησιμότητα [14]. Επιπλέον, η απώλεια βάρους φαίνεται να κορυφώνεται στους 5 μήνες και το βάρος σταδιακά να επιστρέφει μετά από αυτή την περίοδο [15].

Επιπλέον, εδώ είναι μερικές επιπλεόν μελέτες που δείχνουν πόσο επιβλαβείς είναι οι δίαιτες χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες:

  • Μια μετα-ανάλυση ερευνών σε δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων, που εξέτασε 270.000 άτομα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι χαμηλές δίαιτες σε υδατανθράκες συσχετίστηκαν με σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας όλων των περιπτώσεων (RR 1,31) [17].

  • Μια προοπτική μελέτη κοόρτης και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Lancet διαπίστωσε ότι τα χαμηλά διαιτητικά μοτίβα υδατανθράκων που ευνοούν τις πρωτεΐνες και τις λιπαρές πηγές ζωικής προέλευσης (κοτόπουλο, αρνί, κρέας, χοιρινό και κοτόπουλο) συσχετίστηκαν με υψηλότερη θνησιμότητα, ενώ τα διαιτητικά μοτίβα που ευνόησαν τις φυτικές πρωτεΐνες και τη πρόσληψη λιπαρών (λαχανικά, ξηροί καρποί, φυστικοβούτυρο, ψωμί ολικής άλεσης) συσχετίστηκαν με χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι το είδος του τροφίμου τροποποιεί ιδίως τη συσχέτιση μεταξύ πρόσληψης υδατανθράκων και θνησιμότητας [18].

  • Αποτελέσματα από μελέτη κοόρτης έδειξαν ότι σε συνολικά 24,825 συμμετέχοντες από τη μελέτη ΝΗΑΝΕS, μετά την προσαρμογή, οι συμμετέχοντες με τη χαμηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο συνολικής θνησιμότητας (32%) από καρδιαγγειακή νόσο (50%), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (51%) και καρκίνο (36%) [19]. Στην ίδια μελέτη, ευρήματα από εννέα προοπτικές μελέτες έδειξαν μια θετική συσχέτιση μεταξύ των διατροφών χαμηλών σε υδατανθράκες και της συνολικής καρδιαγγειακής νόσου και της θνησιμότητας λόγω καρκίνου [19].

Επομένως, είναι η κετογενική δίαιτα αποτελεσματική για ασθενείς με επιληψία;

Μια αξιολόγηση Cochrane του 2018 αναγνώρισε μόνο 11 τυχαίες ελεγχόμενες δοκιμές σε επιληπτικούς ασθενείς. Οι τυχαίες ελεγχόμενες δοκιμές είναι ο χρυσός κανόνας για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ιατρικών παρεμβάσεων. Αυτές οι 11 δοκιμές περιελάμβαναν συνολικά περίπου 778 άτομα για μία περίοδο άνω των 100 ετών. Το ομόφωνο αποτέλεσμα της αξιολόγησης Cochrane ήταν πως όλες αυτές οι μελέτες υπέδειξαν βραχυπρόθεσμες παρενέργειες της κετογενικής δίαιτας, όπως δυσκοιλιότητα, εμετό και διάρροια. Οι μακροπρόθεσμες παρενέργειες παραμένουν άγνωστες, καθώς όλες οι έρευνες ανάφεραν ασθενείς που τις εγκατέλειπαν εξαιτίας μη βελτίωσης των κρίσεων και ανεπαρκούς ανοχής στη δίαιτα. Συνολικά, οι 11 μελέτες ήταν μικρού μεγέθους, γι’ αυτό τα στοιχεία δεν είναι αντιπροσωπευτικά καθώς είναι χαμηλής ποιότητας. 10 από αυτές τις έρευνες αφορούσαν παιδιά και μόνο μία ενήλικες. Γι’ αυτό το λόγο δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που αφορούν τους ενήλικες.  

Παραπομπές:

[1] Li´skiewicz, A.; J ˛edrzejewska-Szypułka, H.; Lewin-Kowalik, J. Characteristisc of ketogenic diet and its therapeutic properties in central  nevrous system disorders. Annal Academiae Medicea Silesiensis 2012, 66, 66–76

[2] Conklin, H.W. Cause and treatment of epilepsy. Jam. Osteopatic. Assoc. 1922, 26, 11–14.

[3] Kossoff, E.H.; Hartman, A.L. Ketogenic diets: New advances for metabolism-based therapies. Curr. Opin. Neurol. 2012, 25, 173–178

[4] Gasior, M.; Rogawski, M.A.; Hartman, A.L. Neuroprotective and disease-modifying effects of the ketogenic diet. Behav. Pharmacol. 2006, 17, 431–439.

[5] Paoli, A.; Bianco, A.; Damiani, E.; Bosco, G. Ketogenic Diet in Neuromuscular and Neurodegenerative Diseases. Biomed. Res. Int. 2014, 2014, 474296

[6] Paoli, A.; Bosco, G.; Camporesi, E.M.; Mangar, D. Ketosis, ketogenic diet and food intake control: A complex relationship. Front Psychol. 2015, 6, 27.

[7] Martin-McGill K.J., et al (2018) ‘Ketogenic diets for drug-resistant epilepsy’. Cochrane Database of Systematic Reviews, 11 https://www.cochranelibrary.com/cdsr/doi/10.1002/14651858.CD001903.pub4/epdf/abstract

[8] Pickers P.J., Churchward-Venne T.A., Bailey D. & van Loon L.J. (2017) ‘Ketone Bodies and Exercise Performance: The Next Magic Bullet or Merely Hype?’ Sports Med. 47(3):383-391.

[9] Clemente FJ, Cardona A, Inchley CE, et al. (2014) A Selective Sweep on a Deleterious Mutation in CPT1A in Arctic Populations. Am J Hum Genet. 95(5):584–589.

[10] wlodarek D., (2019) ‘Role of Ketogenic Diets in Neurodegenerative diseases (Alzheimer’s Disease and Parkinson’s Disease), 11(1),169

[11] Ting, R., Dugré, N., Allan, G. M., & Lindblad, A. J. (2018). Ketogenic diet for weight loss. Canadian family physician Medecin de famille canadien, 64(12), 906.

[12] Bueno N.B., de Melo I.S., de Oliveira S.L., da Rocha Ataide T. (2013) ‘Very-low-carbohydrate ketogenic diet v. low-fat diet for long-term weight loss: a meta-analysis of randomised controlled trials.Br J Nutr. 110(7):1178-87.

[13] Mansoor N, Vinknes K.J, Veierød M.B, Retterstøl K. (2016) ‘Effects of low-carbohydrate diets v. low-fat diets on body weight and cardiovascular risk factors: a meta-analysis of randomised controlled trials’.Br J Nutr. 115(3):466-79.

[14] Seidelmann S.B, Claggett B., Cheng S., Henglin M. (2018) ‘Dietary carbohydrate intake and mortality: a prospective cohort study and meta-analysis.’Lancet Public Health. 3(9):e419-e428.

[15] Johnstone A.M., Horgan G.W, Murison S.D, Bremner D.M, Lobley G.E. (2008) ‘Effects of a high-protein ketogenic diet on hunger, appetite, and weight loss in obese men feeding ad libitum’.Am J Clin Nutr. 87(1):44-55.

[16] Nymo S., Coutinho S.R., Jørgensen J., Rehfeld J.F., et al (2017). Timeline of changes in appetite during weight loss with a ketogenic diet. International journal of obesity (2005), 41(8), 1224–1231.

[17] Noto H., et al (2013) ‘Low-carbohydrate diets and all-cause mortality: a systematic review and meta-analysis of observational studies’. PLoS One. 8(1):e55030

[18] Seidelmann SB., et al (2018) ‘Dietary carbohydrate intake and mortality: a prospective cohort study and meta-analysis’. The Lancet. 3(9),pp. 419-428

[19] Mazidi M., Katsiki N., et al (2019) ‘Lower carbohydrate diets and all-cause and cause-specific mortality: a population-based cohort study and pooling of prospective studies’. European Heart Journal. Ehz174

πρωτότυπο κείμενο και ερευνητική: Μαρτιμιανάκη Νίκη
μετάφραση: Εύη Αγγέλου

(τελευταία ενημέρωση 07/07/2019)